Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Διασχίζοντας την Λήμνο
(*ένα άχρονο ταξιδιωτικό ρεπορτάζ για το Εργαστήριο Δημοσιογραφίας)

Από το παράθυρο του αεροπλάνου φαίνεται πια ξεκάθαρα η επιφάνεια του νησιού. Η Λήμνος του Απρίλη είναι καταπράσινη από τις χλωρές εκτάσεις δημητριακών, τα αμπέλια, τους απέραντους κάμπους. Τα χωράφια μοιάζουν από ψηλά με πολύχρωμα μπαλώματα: ανάμεσα στις καλλιέργειες μια παρένθεση από παπαρούνες, κατακίτρινες μαργαρίτες και σινάπι. Σκόρπιες ανάμεσα στους μικρούς λόφους, οι λιθόκτιστες μάντρες για τα ζώα και σαν άσπρόμαυρες πινελιές από ψηλά, πρόβατα, αγελάδες και άλογα. Σε λιγα λεπτά προσγειωνόμαστε σε κείνη που στα ομηρικά έπη αναφέρεται ως «η πιο όμορφη απ’όλες τις στεριές». Αλλά η αυθεντία του Ομήρου δεν είναι το επιχείρημα που ζητάμε για να ξεκινήσουμε την ανακάλυψη του τόπου∙ είναι μάλλον το συμπέρασμα που πρόκειται να καταλήξουμε.

Την είπαν και Ανεμόεσσα και δεν είναι να απορεί κανείς γιατί. Ποτέ δεν σταματάει να φυσάει σ’αυτήν την ακρούλα του Βoρείου Αιγαίου και τα δέντρα έχουν πάντα μια περίεργη κλίση. Λόγω των ανέμων αλλά και της φύσης του εδάφους, η Λήμνος δεν έχει πολλά δέντρα, ωστόσο δεν είναι ενα τυπικό ξερονήσι. Το χώμα της είναι γόνιμο και σπαρμένο απ’άκρη σ’άκρη. Τα στάχυα της δίνουν, το καλοκάιρι, το χαρακτηριστικό χρυσαφί χρώμα της, ενώ την άνοιξη, που τα πάντα είναι ανθισμένα, είναι ειρωνικά καταπράσινη.

Κατευθυνόμαστε νοτιοανατολικά. Περνάμε τον Μούδρο, το κεφαλοχώρι του ομώνυμου δήμου και παλιό λιμάνι του νησιού. Σε αυτή την πλευρά της Λήμνου υπάρχουν τα περισσότερα απομεινάρια των αρχαίων χρόνων. Ανατολικά του χωριού Καμίνια, βρίσκεται η Πολιόχνη, η πρώτη οχειρωμένη πόλη της Ευρώπης, όπου και η πρώτη εμφάνιση της Δημοκρατίας, όπως μαρτυρά το βουλευτήριο που αποκάλυψε η αρχαιολογική σκαπάνη. Η Λήμνος φαίνεται να κατοικείται ήδη από την τέταρτη χιλιετία π.Χ.

Συνεχίζουμε βόρεια, περνώντας τα χωριά Ρουσοπούλι, Ρωμανού και Ρεπανίδι. Στον δρόμο, οι άνθρωποι μας χαιρετούν με ένα συγκαταβατικό γνέψιμο του κεφαλιού. Οι παλιές κυράδες φορούν φακιόλια μαύρα ή λευκά, και στέκονται στις αυλόπορτες, βγάζουν τις καρέκλες τους στα στενά δρομάκια, ή κάθονται πάνω στα πεζούλια –στο σκλι-, σιγοκουβεντιάζοντας μέχρι το σούρουπο. Οι στενοί δρόμοι των χωριών, θυμίζουν τούρκικους μαχαλάδες και τα παλιά σπίτια που στέκουν πια ερημωμένα, είναι μοναδικά δείγματα της τοπικής αρχιτεκτονικής. Το περίτεχνο δούλεμα της πέτρας και τα εξαιρετικά λιθανάγλυφα δεν είναι προνόμιο μόνο των αρχοντόσπιτων∙ ακόμα και στα σπίτια των χωρικών λίγο φαίνεται ο αρμός ανάμεσα στις πέτρες.

Θα σταθούμε λίγο στο Κοντοπούλι, κατευθυνόμενοι βορειανατολικά, να δούμε την αλυκή και την χορταρολίμνη, προστατευμένες περιοχές οικολογικού ενδιαφέροντος. Είναι η εποχή που μεταναστεύουν τα Φλαμίγκος. Ήρθαν για τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού και μετά θα πάρουν πάλι το δρόμο της επιστροφής προς την Αφρική. Ένα ροζ σύννεφο, από τέσσερις χιλιάδες εξωτικά πουλιά, σε ένα ακρητικό νησί ψαράδων και κτηνοτρόφων.

Στο δρόμο προς την Πλάκα, το ακριανότερο χωριό του νησιού στην βορειανατολική πλευρά, η απεραντοσύνη του τοπίου κόβει την ανάσα. Υπάρχει κάτι σε αυτό το νησί, που ξεπερνά τη νησιωτική του ιδιότητα. Μοιάζει αχανές και σε αφήνει με την εντύπωση πως ότι βλέπεις, μπορείς να το δεις μόνο μία φορά: μετά χάνεται, και συ ανακαλύπτεις κάτι καινούριο που με τη σειρά του και πάλι θα χαθεί και πρέπει να το ζήσεις τη στιγμή που σου αποκαλύπτεται. Ο ήλιος του απογεύματος, βάφει τα σύννεφα πορτοκαλιά κι έτσι όπως χορεύουν τα στάχυα με τον αέρα, αισθάνεσαι μια περίεργη ευγνωμοσύνη για τον τόπο που σε φιλοξενεί και σχεδόν μια μυστηριακή μέθεξη. Λίγο δυτικότερα, ένας χωματόδρομος ανάμεσα στα σπαρτά οδηγεί στο ιερό των Καβείρων. Μαγικές τελετές της αρχαιότητας που παραμένουν μυστικές ακόμα και σήμερα, ευθύνονται μεταξύ άλλων για την ιδιαίτερη ενέργεια του νησιού. Στα αρχαία χρόνια, ξακουστή ήταν η «λήμνια γη», ένα φάρμακο για μια σειρά ασθενειών, παρασκευασμένο από το χώμα του νησιού, με χαρακτηριστική σφραγίδα –σήμα κατατεθέν, για να ξεχωρίζει η γνησιότητά του. Ακριβώς κάτω από τα Καβείρια, εκεί που σκάνε τα κύματα του Αρχιπελάγους, είναι η σπηλιά που φιλοξένησε για δέκα χρόνια τον Φιλοκτήτη, τον μυθικό ήρωα που μόνο με τα όπλα του, έλεγε ο χρησμός, πως θα παρθεί η Τροία. Λίγο νοτιότερα και στα δυτικά, βρίσκεται και η αρχαία Ηφαιστεία, πόλη αφιερωμένη στον προστάτη του νησιού που από τα υπόγεια εργαστήριά του, δίδαξε στους Λημνιούς την τέχνη της Φωτιάς.

Ένα υψωματάκι λίγο έξω από το χωριό Πλάκα, μας επιτρέπει να διακρίνουμε καθαρά στον ορίζοντα την Ίμβρο. Αν στο γειτονικό νησί ανάψει φωτιά, η κάπνα φτάνει μέχρι το χωριό-παρηγοριά για τους πρόσφυγες που λησμονούν τους χαμένους τόπους τους. Στο λιμάνι του χωριού οι ψαράδες τακτοποιούν τα παραγάδια τους για το βραδινό ξάνοιγμα στη θάλασσα. Καμιά φορά στα δίχτυα τους βρίσκουν κομμάτια από πήλινες στάμνες και άγνωστα αντικείμενα, γεμάτα απολιθώματα κοχυλιών και μικρών ζώων της θάλασσας.

Γυρνάμε προς τα πίσω, προς τα Δυτικά, προς την πρωτεύουσα Μύρινα, που οι ντόπιοι λένε ακόμα «Κάστρο». Στον δρόμο οι κουρούνες συναγωνίζονται με το αμάξια, κάποιες χτυπάνε στα παρμπρίζ και αφήνουν την τελευταία τους πνοή στην άσφαλτο. Φρενάρεις απότομα μπροστά σε σκατζόχοιρους που διασχίζουν όσο πιο γρήγορα μπορούν τον δρόμο και τρομάζεις από τα αγριοκούνελα που εξαφάνιζονται όσο αστραπιαία εμφανίστηκαν στο διάβα σου.

Στη μέση του πουθενά, μικρά άσπρα ξωκλήσια, μοιάζουν ξεχασμένα. Αλλά όταν σύρεις το σύρτι της ξύλινης πόρτας, θα δεις τα καντήλια να σιγοκαίουν και έναν δίσκο με λίγα κέρματα. Στους άσπρους σταυρούς στέκονται πουλιά, κοράκια και κουρούνες, που τσιμπολογούν τους καρπούς των γύρω χωραφιών. Δεν είναι όμως μόνα: τα σκιάχτρα στα χωράφια, φτιαγμένα από καλάμια, κουρελούδες, και σκισμένα ρούχα, ασκούν το φόβητρό τους. Χάρη στην ευρηματικότητα των ντόπιων κάποια αποκτούν περιστροφική κίνηση με το φύσημα του αέρα. Ένα ψηλό σκιάχτρο με αθλητικό καπέλο κρατάει μια ξύλινη πλάκα που γράφει «Ξου Έρμες!».

Βάρος, Καρπάσι, Λιβαδοχώρι, ο δρόμος προς τη Μύρινα. Αν κάνουμε μια παράκαμψη και περάσουμε την Καλλιθέα, την Κούταλη, το Πορτιανού και τα Τσιμάνδρια, θα φτάσουμε στον Κοντιά, που λέγεται ότι είναι ίσως το ομορφότερο χωριό του νησιού. Τα εμβάσματα των Αιγυπτιωτών Λημνιών, γίναν όμορφα αρχοντικά με αυλές γεμάτες λουλούδια και περίτεχνες αυλόπορτες. Πιο πέρα, οι πέτρινοι ανεμόμυλοι, που μπορείς να μπερδέψεις με γίγαντες, ακόμα κι αν στερείσαι της δονκιχωτικής ιδιοσυγκρασίας, γίνονται παιχνίδι για τα παιδιά του χωριού, που κάνουν τα χαλάσματα ορμητήρια.

Περνάμε το Θάνος, το Πλατύ και στεκόμαστε έκθαμβοι μπροστά στη Βασίλισσα. Η Μύρινα, η πρωτεύουσα, είναι σίγουρα ένα από τα στολίδια του νησιού. Η ανάβαση στο κάστρο που χρονολογείται πριν τον 11ο αιώνα, μπορεί να είναι λιγάκι κουραστική αν συνήθισες στην ευκολία της ευθείας. Ελάφια τρέχουν από τη μια μεριά του κάστρου στην άλλη. Καμιά φορά χάνονται και κατεβαίνουν μέχρι τα σπίτια και τρώνε τα αγιοκλίματα και τους κατηφέδες από τις γλάστρες. Από το ψηλότερο σημείο του Κάστρου η θέα είναι μοναδική. Απέναντι το Άγιον Όρος και το μπλε του Αιγαίου και κάτω η Μύρινα με τα πλακόστρωτα σοκάκια της, το παλιό τζαμί, τον ρωμέικο και τον τούρκικο γυαλιό.

Η Μύρινα, κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα, παντρεύτηκε τον πρώτο βασιλιά της Λήμνου Θόαντα και έκαναν μια κόρη την Υψιπύλη. Θα ήταν μια γενιά ευγενών που θα ξεχνιόταν στο πέρασμα του χρόνου, αν η Υψιπύλη μαζί με τις γυναίκες της Λήμνου, δεν σκότωναν εν μία νυχτί όλο τον αντρικό πληθυσμό του νησιού. Επειδή παρέλειψαν την λατρεία της Αφροδίτης, η θεά της τιμώρησε κάνοντάς της δύσοσμες και έτσι οι άντρες προτίμησαν γυναίκες από τη Θράκη. Το σχέδιο της εκδίκησης όμως δεν άργησε να οργανωθεί και ακόμα και σήμερα, το ακρωτήρι από το οποίο πέταξαν στην θάλασσα και έπνιξαν οι Λημνιές τους άντρες τους, ονομάζεται Πέτασος. Οι αργοναύτες, στην πορεία τους προς την Κολχίδα, σταμάτησαν στο νησί και ο Ιάσονας απέκτησε με την, βασίλισσα πια, Υψιπύλη, δύο γιους. Χρόνια αργότερα, η Υψιπύλη κρεμάστηκε από τις κατοίκους του νησιού, όταν αποκαλύφθηκε ότι τη νύχτα του φονικού, φυγάδευσε και γλίτωσε τον πατέρα της. Κατάμεστη από μύθους και θρύλους, η Λήμνος αν είχε πρόσωπο θα ήταν αυτό μιας αμαζόνας παρόμοιας των αρχαίων γυναικών της. Είναι τόπος γλυκός και αδάμαστος μαζί.

Και ανεπιτήδευτος. Η τουριστική ανάπτυξη έχει αφήσει έξω στις περισσότερες περιπτώσεις το κομμάτι εκείνο της «αξιοποίησης» που καταστρέφει οτιδήποτε αυθεντικό για να το μετατρέψει απλά σε ωραίο. Οι σύγχρονοι περιηγητές και οι ταξιδιωτικοί ρεπόρτερς το επιβεβαιώνουν: η σχεδόν άγνωστη Λήμνος δεν φιγουράρει σε ιλουστρασιόν ταξιδιωτικά φυλλάδια και γίνεται περισσότερο γνωστή από τις διηγήσεις των φαντάρων που ανακαλούν με δυσαρέσκεια τον «τόπο εξορίας» τους. Αυτή η απουσία του νησιού όμως, από τα κέντρα τουριστικού ενδιαφέροντος, διατήρησαν την μοναδικότητα και τους παλιούς τρόπους, χωρίς να κλείσουν το νησί στον εαυτό του. Οι ξένοι επισκέπτες δεν του λείπουν, είναι όμως συνήθως αυτοί με το σουλούπι του εξερευνητή. Για τους πιο κοσμοπολίτες ωστόσο, οι επιλογές των ακριβότερων ξενοδοχείων της Ελλάδας, των δυνατών μπιτ της νυχτερινής ζωής και των καταλληλότερων παραλιών της χώρας για σέρφ, παραμένουν.

Είναι μόλις Απρίλης και αν και ο καιρός παέι να θυμίσει καλοκαίρι, η θάλασσα δεν έχει ακόμα ζεστάνει. Παραλίες με ατέλειωτες αμμουδιές, με βοτσαλάκι, δίπλα σε σπηλιές και απόκρημνα βράχια, είναι τα 259 χιλιόμετρα της ακτογραμμής. Στα βορειοδυτικά όμως του νησιού, στις Παχιές Αμμουδιές, ένας άλλος κόσμος, τα 70 στρέμματα αμμοθινών! Αν δεν είναι τα τερτίπια της ερήμου αυτά που δημιουργούν την εικόνα, νομίζεις πως βλέπεις έναν βερβερίνο να πλησιάζει καβαλάρης στην καμήλα του. Η πολυσυλλεκτικότητα τοπίων είναι ο πραγματικός κρυμμένος θησαυρός του τόπου. Χωρίς προκαταλήψεις και όχι με πνεύμα τοπικιστικό, νομίζεις πως η Λήμνος είναι ένα μεγάλο παζλ, που συνδέει κομμάτια από όλες τις άκρες του κόσμου: εξωτικά πουλιά και ερημικές εκτάσεις, ηφαίστεια, δάση απολιθωμένα, τρεχούμενα νερά και χωράφια με κυλινδρικά δεμάτια σανό, ήρεμες παραλίες και μανιασμένη ωκεανίσια θάλασσα που σκάει πάνω στα άγρια βράχια.

Η Λήμνος διδάσκει τελικά τη μεθοδολογία κατανόησης κάθε τόπου. Οξύνει την παρατηρητικότητα και μαθαίνει στα μάτια να αναζητούν τον ορίζοντα. Αποκαλύπτει την πεμπτουσία του ταξιδιού. Είναι μια αρχή για εκολαπτόμενους ταξιδευτές, αλλά και τόπος κατάληξης∙ μια ακόμα Ιθάκη.

Η Μυροβόλος Λήμνος, η Λευκή, η Κορώνα του Αιγαίου.

Θα πιεις λίγο από το εξαιρετικό λημνιό κρασί που έφερες πίσω στην πόλη και θα την θυμηθείς πάλι: τις γλυκιές καμπύλες των μικρών λόφων της, τη μυρωδιά του θυμαριού το καλοκαίρι και τα λιβάνια του Πάσχα την Άνοιξη, αγιορείτικα μετόχια και έναν κεχαγιά, δίχως την παραδοσιακή του φορεσιά, να ξεπλένει στην θάλασσα το τυρί που λένε μελίχλωρο. Μια παρέα νέων γιαλεύει, βγάζει αχινούς και πεταλίδες και μια αρχοντική φυσιογνωμία γιαγιάς κάθεται στον σοφρά, να πλάσει την χρυσή ζύμη, να κάνει τα φλομάρια. Θα φέρεις στο νου την ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, ιδιώμα θρακιώτικο και μικρασιάτικο που θα σε αφήσει με τη βεβαιότητα ότι σύντομα θα ξανακοπιάσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: