Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Ich bin einen Berliner. *
(ένα ταξιδιωτικό ρεπορτάζ για το Εργαστήριο Δημοσιογραφίας)


Ο συννεφιασμένος και γκρίζος ουρανός του, καμία σχέση δεν έχει με την βερολινέζικη ατμόσαφαιρα. Επισκέπτοντας την πόλη το καλοκαίρι υποθέτεις πως αυτοί οι βόρειοι είναι χαρούμενοι λόγω του ήλιου που σπάνια βλέπουν τους κρύους μήνες.. Ωστόσο αυτοί οι βόρειοι διαφέρουν από τους άλλους. Το Βερολίνο είναι ευδιάθετο 365 μέρες τον χρόνο και ακόμα και στους μείον δύο, κανείς δεν θα πει όχι στο μπουκάλι μιας παγωμένης Berliner Weisse.

Aν το πρώτο πράγμα που θα κάνεις φτάνοντας εκεί είναι να πάρεις το λεωφορείο, ίσως βρεθείς μπροστά σε έναν υπομονετικό κύριο, που μπορεί να μην μιλάει αγγλικά, αλλά δεν θα ξεκινήσει το όχημα μέχρι να καταλάβει που ακριβώς θέλεις να πας. Και αν στη διαδρομή χαζεύεις τα ψηλά σπίτια με τα μεγάλα παράθυρα και ξεχαστείς ή κοιμηθείς ακόμα, δεν θα διστάσει να περιμένει αρκετή ώρα φωνάζοντάς σε, μέχρι να καταλάβεις πως έφτασες στον προορισμό σου. Μια πρώτη επαφή με την συνήθη βερολινέζικη εξυπηρέτηση...

Οι δρόμοι της γερμανικής πρωτεύουσας είναι ήσυχοι. Ο έλληνας ταξιδιώτης θα ξαφνιαστεί με την έλλειψη κυκλοφοριακού προβλήματος σε μια πόλη εμφανώς μεγαλύτερη από την Αθήνα. Τα αυτοκίνητα όμως δεν είναι λίγα. Είναι ακριβώς τόσα που να επιτρέπουν την ύπαρξη ποδηλατόδρομων σε κάθε λεωφόρο και δρομάκι, να αφήνουν τα δέντρα να ανανεώνουν το οξυγόνο, ενώ υπογραμίζουν διακριτικά τους ήχους της πόλης. Η μουσική του Βερολίνου είναι οι δονήσεις από τις ράγες του S-BAHN, τα κουδουνίσματα από τις κόρνες των ποδηλατών που σκοντάφτουν συνέχεια σε αφηρημένους τουρίστες και εκείνη η διακριτική –πολύγλωσση- βαβούρα της πλατείας που μπερδεύεται με τον αέρα.

Για μια πρώτη ιδέα σχετικά με την χωροταξική διάταξη και την αστική αισθητική του Βερολίνου, αρκεί μια βόλτα με τον S-BAHN , τον υπέργειο σιδηρόδρομο. Για την ακρίβεια μια βόλτα με τον S-BAHN είναι από μόνη της ψυχαγωγική. Το σιδηροδρομικό δίκτυο είναι ευρύ και διασχίζει την πόλη σχεδόν απ’άκρη σ’άκρη. Ο ενημερωμένος τουρίστας θα έχει ανά χείρας και έναν οδηγό με πιασάρικο τίτλο όπως «τα δέκα καλύτερα πράγματα για να δεις», οπότε το τρένο δίνει και την ευκαιρία μιας πρώτης επιλογής από αξιοθέατα.

Αλλά το Βερολίνο δεν είναι τα αξιοθέατά του. Και από τα παράθυρα του τρένου, αγνοείστε για λίγο την γεωμετρική απλότητα των σπιτιών ή την μεταμοντέρνα πινελιά των πρόσφατων οικοδομημάτων και παρακολουθείστε καλύτερα τους ανθρώπους. Γιατί το Βερολίνο είναι πάνω απ’όλα, οι Βερολινέζοι του.

Σε μια καλοκαιρινή μπόρα, ίσως τους δεις να κάνουν ποδήλτο ξυπόλητοι για να μην βρέξουν τα παπούτσια τους. Η γύμνια του σώματος δεν σοκάρει κυρίως γιατί δεν προτάσσεται ως αυτοσκοπός. Τα καλοκαίρια, ξαπλωμένοι στα καταπράσινα πάρκα τους, ρουφούν ήλιο, κάνοντας τα χειμερινά τους αποθέματα.

Φορούν καπέλα και ψωνίζουν ρούχα από δεύτερο χέρι. Οι υπαίθριες αγορές του Σαββάτου είναι τρόπος επικοινωνίας και προβολής νέων καλλιτεχών: σχεδιαστές κοσμημάτων αλλά και πάσης χρήσεως μικροαντικειμένων, με πρωτότυπη τεχνοτροπία και ενδιαφέρουσες αντιλήψεις για το design, στήνουν τους πάγκους τους δίπλα στους πωλητές ψητών λουκάνικων με κάρυ. Πάντα κάτι συμβαίνει στο Βερολίνο και δεν είναι υποχρεωτικό να επισκεφθείς τις αναρίθμητες και ενημερωμένες γκαλερί ή τα περίφημα μουσεία του, για να το ανακαλύψεις.

Η φημισμένη γερμανική οργάνωση είναι παντού παρούσα στην πόλη και καθιστά την αταξία της περισσότερο εντυπωσιακή. Τα φοιτητικά στέκια της περιοχής Friedrichshain, έχουν έντονο πολιτικό χαρακτήρα και μάλιστα πολλά από τα μπαράκια και τις pub βρίσκονται μέσα σε hausproject, κτίρια που τελούσαν υπό κατάληψη και τώρα τα διαχειρίζονται ομάδες αναρχικών της πόλης. Η punk βρωντοφωνάζει πως δεν είναι νεκρή, με πολλούς να αναθερμαίνουν την αισθητική της, όχι όμως εξελίσσοντάς τους κώδικες σε κάτι μετά-πανκ , αλλά διατηρώντας τον τρόπο περασμένων δεκαετιών, από τότε που η μουσική ήταν πρωτίστως πολιτική πράξη και τα τσιμεντένια τείχη της «αλλαγής» περιέβαλαν την πόλη.

Die Mauer. Το τείχος. Ένα γκρουπ κινέζων τουριστών το έχει καταλάβει και φωτογραφίζει ασταμάτητα. Κάθε φωτογραφία, ένα βήμα προς την απενοχοποίησή του. Γιατί το τείχος είναι σήμερα πόλος έλξης τουριστών με τον ίδιο τρόπο που μια γκιλοτίνα κινεί το ενδιαφέρον αυτών που ξέρουν πως δεν πρόκειται να διακινδυνέψουν το κεφάλι τους.

Σύμβολο του ψυχρού πολέμου και του ονείρου του σοσιαλισμού που έγινε εφιάλτης. Η προ του 1989 εποχή, οπότε και το τείχος κατέρρευσε, δεν είναι πολύ μακρινή και πολλοί από εκείνους που το υποστήριξαν και όσους το αναθεμάτισαν περπατούν ακόμα στους βερολινέζικους δρόμους. Λίγα χιλιόμετρα απομένουν πια από αυτό, με το μεγαλύτερο κομμάτι του, μήκους ενός χιλιομέτρου να είναι σήμερα μια ανοιχτή, δημόσια γκαλερί. Η east side gallery, αποτελείται από ζωγραφιές τοίχου, ντόπιων και ξένων καλλιτεχνών, με κοινό σημείο αναφοράς την ελευθερία και την σάτυρα των ολοκληρωτικών καθετώτων. Γραμμένα πάνω στο τείχος και πολλά ονόματα επισκεπτών. «Ηasta la vistoria siempre” γράφει κάποιος Francois, και λίγο παραπέρα «τα παιδιά από τις Σέρρες ήταν εδώ». Σε τουριστικά μαγαζάκια της πόλης, πωλούνται θρύψαλα μπετόν από το τείχος, σαν κομμάτια του τίμιου ξύλου σε εξωφρενικά μοναστήρια. Διεκδικείται ένα κομμάτι της ιστορίας, ακόμα κι όταν αυτή είναι πια μουσειακό είδος.

Διασχίζουμε την Unter den Linden για να καταλήξουμε στην φωτισμένη πύλη του Βραδενβούργου. Είναι βράδυ και οι δρόμοι ακόμα και αυτής της περίφημης οδού είναι άδειοι. Οι λίγοι που κυκλοφορούν είναι τουρίστες που δεν χάνουν ευκαιρία να φωτογραφίζουν την άδεια πλατεία. Την ημέρα και ειδικά όταν ο καιρός είναι καλός, το πλακόστρωτο μπροστά στην Πύλη, γεμίζει ποδηλάτες και νέους γονείς που βγάζουν βόλτα τα παιδιά τους με τα καροτσάκια. Η ζωή φαίνεται περισσότερο απλή, λιγότερο αγχώδης.

Τα πάρκα τους είναι σαν έξοδοι κινδύνου. Ελλείψει οποιασδήπτε πινακίδας, «μην πατάτε το γρασίδι» και «απαγόρευονται τα σκυλιά», μπορούν να ξαπλώνουν κάτω από τα δέντρα και να αθλούνται με χαλαρό τρέξιμο παρέα με τους τεράστιους τετράποδους φίλους, που το μέγεθός τους καθιστά απαγορευτική τη ζωή στο διαμέρισμα. Θα τους δεις να ταίζουν ευτυχισμένες πάπιες σε μια μεγάλη τεχνητή λίμνη και να επιστρέφουν νωρίς σπίτι από τον περίπατο. Η νυχτερινή ζωή τους χειμερινούς μήνες, αρχίζει από τις έξι και πάντοτε από ένα ποτήρι μπύρας.

Χαθήκαμε αρκετές φορές μέσα στην πόλη. Στην πλατεία Alexanderplatz ρωτήσαμε πολλούς περαστικούς για τον δρόμο. Για την χαρά της ανθρώπινης επαφής και μόνο. Το danke δεν εκφέρεται σχεδόν ποτέ δίχως το schőn, κι αυτή η ένθερμη ευχαριστία προς κάποιον άγνωστο είναι απόδειξη της ευγενούς ιδιοσυγκρασίας τους. Σε κάθε περίπτωση ο ζεστός τρόπος των Βερολινέζων καταρρίπτει όλα τα κλισέ για τους ψυχρούς κατοίκους του Βορρά και την αποκλειστικότητα της ευδιαθεσίας που διεκδικούν οι νότιοι με το μεσογειακό ταμπεραμέντο.

Παίρνουμε το μετρό προς Pankow, θα κατεβούμε στη Rosa Luxembourg. Στην διαδρομή παρατηρώ έναν ζητιάνο που μοιάζει να έχει ξεφύγει από τα σελιλόιντ του βωβού κινηματογράφου. Το παλτό του έχει τριμένους αγκώνες και παράταιρα μπαλώματα, φοράει ένα φαρδύ καπέλο και τα μαύρα, τσαπλινικά παπούτσια του είναι σκισμένα στη μύτη και αποκαλύπτουν τα δάχτυλά του. Ελάχιστα λεπτά πιο πριν, ένας καλοντυμένος ξανθός νεαρός μας είχε πλησιάσει, πουλώντας μας την ΜΟΤΖ, την εφημερίδα των Αστέγων του Βερολίνου.

Φτάνουμε στο κατάλυμά μας, μετά από έναν περίπατο μέσα στο τσουχτερό κρύο. Στο απέναντι πεζοδρόμιο υπάρχει μια μεγάλη διαφήμιση της adidas. Παρατηρώ πως κάποιος έχει επέμβει με έναν μαύρο μαρκαδόρο στα πρόσωπα των μοντέλων που διαφημίζουν το προιόν. Όχι απλά μουστάκια και μαυρισμένα δόντια. Συννεφάκια κόμιξ με κάτι γραμμένο στα γερμανικά και ζωγραφισμένα δίπλα σώματα φτωχοντυμένων ανθρώπων. Το εκλαμβάνω ως καίριο σχόλιο, ένα μικρό έργο τέχνης του δρόμου. Την επόμενη μέρα δεν υπάρχει τίποτα να χαλάει την διαφήμιση. Κάποιος ανταπάντησε με νερό και πανί και έσβησε τις μουτζούρες από την πλαστικοποιημένη επιφάνεια. Η κανονικότητα και η ομοιομορφία δεν λείπουν από το Βερολίνο αλλά είναι αυτές που εμπνέουν και νοηματοδοτούν την ανατρεπτικότητα.

Δεν ανταλάσσεται μια βόλτα με το ποδήλατο στους δρόμους του Βερολίνου. Η ελευθερία της ευελιξίας, η δυνατότητα να επιλέγεις όποιο μονοπάτι θες, να σταματάς οπουδήποτε για να χαζέψεις τον δρόμο. Παρά το ένοχο παρελθόν αυτή η πόλη γαλουχεί ελεύθερους ανθρώπους, ελαφρώς μεθυσμένους ορισμένες φορές, αλλά και πάντοτε ουσιαστικά και νηφάλια χαμογελαστούς.


*φράση του Κένεντι, που θα την έλεγα κι εγώ αλλά με πρόλαβε.

2 σχόλια:

ολα θα πανε καλα... είπε...

τυχαία πέρασα από το blog αυτό και θέλησα να σας πω πως η γραφή σας με ταξίδεψε.
Να στε καλά!

zafeiroula είπε...

τώρα το είδα το σχόλιό σας.

Σας ευχαριστώ πολύ!
ήταν το πιο ωραίο πράγμα που μου είπαν σήμερα.
Να είστε κι εσείς καλά!