Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Λαός (εξεγερμένος) και Κολωνάκι.
(*ένα ρεπορτάζ δρόμου για το Εργαστήριο Δημοσιογραφίας)


Βράδυ Τρίτης. Διασχίζουμε τη Σκουφά.

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο μεγάλες γειτονιές του κέντρου της πόλης, Εξάρχεια και Κολωνάκι, είναι εμφανείς και με γυμνό μάτι. Τις χωρίζει ένας δρόμος και ένα σύμπαν διαφορετικών κοσμοθεωριών ή ίσως μόνο στυλιστικών απόψεων∙ ή δεν τις διαφοροποιεί και τίποτα απολύτως. Το διπολικό αυτό ζευγάρι είναι πάντως από τα πράγματα που μας διχάζουν και ίσως μάλιστα από εκείνα που μας αρέσει να μας διχάζουν: τόσο ανώδυνο σαν το δίλλημα Kαρέζη-Bουγιουκλάκη, φερ’ειπείν.

Το ιδεολογικό χάσμα ίσως έχει ιδιαίτερο βάρος αλλά δεν είναι αυτό που μας απασχολεί καθώς διασχίζουμε την Σκουφά. Ρωτάμε τους περαστικούς κυρίως για την αισθητική και για αστικούς μύθους. Είναι ένα street reporting για τα κλισέ και τις συμβάσεις, αλλά αναπόφευκτα οδηγούμαστε και αλλού.

Η Ελίνα, 20, είναι φοιτήτρια στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και βγαίνει στο Κολωνάκι γιατί «της αρέσουν περισσότερο τα μέρη που έχει εκεί για να ψυχαγωγηθεί και να διασκεδάσει.» Την ρωτάμε αν έχει πάει ποτέ στα Εξάρχεια και απαντά χαμογελαστά πως «δεν ταιριάζει στο δικό της στυλ και ενδιαφέροντα. Αλλά δεν είναι μόνο θέμα στυλ», συνεχίζει. «Με φοβίζει η περιοχή πολύ πριν γινουν τα επεισόδια του Δεκεμβρίου. Υπάρχει μια κατάσταση ανεξέλεγκτη από ναρκωτικά ελεύθερα στους δρόμους, που εμένα δεν μ’αρέσει να τη ζω, όταν θέλω να χαλαρώσω..»

Η Ελίνα θα αναγνώριζε κάποιον που συχνάζει στο Κολωνάκι από το ντύσιμο, καθώς «μπορεί να ντύνεται ακριβά, ενώ κάποιος που συχνάζει στα Εξάρχεια μπορεί να φοράει πιο απλά ρούχα» και ειδικά για τα Εξάρχεια, τονίζει: «μπορείς να βρεις εκεί από ναρκωμανείς μέχρι άτομα από τα βόρεια προάστια που είτε βρίσκονται σε μια σύγχυση και δεν έχουν αποφασίσει ακριβώς τι ψάχνουν στη ζωή τους, είτε θέλουν να το παίξουν «κάπως», είτε απλά προτιμάνε αυτό το μέρος και αυτό τον τρόπο διασκέδασης». Όταν της ζητάμε να μας δώσει έναν χαρακτηρισμό για τις δύο περιοχές, δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι ικανοποιητικά αντιπροσωπευτικό για το κολωνάκι, ενώ για τα Εξάρχεια η απάντηση βγαίνει αβίαστα: «κουλτούρα...φαινομενική» μας λέει και με αυτό την αποχαιρετούμε για να συναντήσουμε σε λίγο τον Αλέξανδρο, 30, εργαζόμενο σε ένα παραδιπλανό «κολωνακιώτικο» κατάστημα εσωρούχων.

«Στο κολωνάκι συχνάζω πολύ, αλλά κατά συνθήκη, η δουλειά βλέπεις. Προτιμώ τα Εξάρχεια με τρέλα!» Ο Αλέξανδρος έχει πολλά να απαντήσει στις ερωτήσεις μας και με πολύ ενθουσιασμό. «Εγώ να στα πω», μας λέει και συνεχίζει με ύφος: «το κολωνάκι ζει το σύνδρομο της επαρχίας. Με το που έρχονται τα βλαχαδερά κατεβαίνουν στο Κολωνάκι. Στα εξάρχεια πάνε οι νορμάλ Αθηναίοι άνθρωποι που δεν φοβούνται τα παιδιά με τις κουκούλες, γιατί δεν είναι των Εξαρχείων τα παιδιά αυτά!» Πώς είναι οι άνθρωποι των δύο περιοχών; «Επειδή όλοι έχουν βάλει στο μυαλό τους κάτι για το Κολωνάκι, λειτουργούν σαν να είναι βέροι κολωνακιώτες, αυτό σημαίνει προύχοντες,, δηλαδή έχω τα λεφτά και μπορώ να κάνω ότι θέλω. Αν τους τινάξεις ανάποδα ούτε ένα σεντς δεν θα πέσει. Καρακατσουλιά και δευτεράτζες όλοι. Στα Εξάρχεια νομίζω ότι είναι πιο ντόμπροι και φυσιολογικοί οι άνθρωποι, παρ’ότι η διαφορά είναι δυο οικοδομικά τετράγωνα.» Ο Αλέξανδρος αναγνωρίζει ότι η αγορά του Κολωνακίου είναι σαφώς πιο ανεπτυγμένη, αλλά αν και στα Εξάρχεια η αγορά είναι περιορισμένη, είναι καλή. Αυτό όμως είναι και το σημείο που συνοψίζει ίσως την διαφορά, ανάμεσα στα δύο∙ το κολωνάκι είναι πρωτίστως ένα εμπορικό κέντρο και η αισθητική και τα ζητούμενα των ανθρώπων διαμορφώνονται με βάση αυτό. Ρωτάμε τον Αλέξανδρο για την αισθητική των δρόμων και των μαγαζιών και μας απαντάει αφοπλιστικά: «το κολωνάκι είναι ότι βρήκα έβαλα, τα Εξάρχεια είναι λίγο το άπλυτο αλλά αυτό το βρίσκω πιο οικείο..».

Και για την κόντρα των δύο περιοχών, αν υπάρχει, τί έχει να πει; «η εμμονή με κάτι τέτοιο είναι κομπλεξισμοί τους καθενός. Φυσικά και υπάρχει διαφορά, αλλά ο αντίλογος είναι μια παραγωγική διαδικασία και καλώς υπάρχει. Περισσότερος κόσμος περνάει ωστόσο, από το Κολωνάκι, είτε γιατί θεωρείται safe, είτε γιατί θεωρείται trendy, είτε γιατί θεωρείται μόδα, είτε γιατί είναι μια σταθερή αξία. Και πράγματι, ο χρόνος το έχει καταστήσει τέτοια∙ είναι άλλωστε ένα εμπορικό κέντρο πολλά χρόνια. Τα Εξάρχεια πάντα ζούσαν στην υποβάθμιση, ισχύει το άβατό τους, δεν μπορώ να καταλάβω πως συνέβη αυτό και πως λειτουργεί, αλλά δεν συμφωνώ στην ίδια πόλη που μεγαλώνεις, που ζεις, να φοβάσαι να κυκλοφορήσεις στον δρόμο. Είναι καταστρατήγηση της ελευθερίας παντελώς.» Συνεχίζουμε την κουβέντα με τον Αλέξανδρο για την πρόσφατη επίθεση κουκουλοφόρων στη Σκουφά, όπου υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας∙ οι κουκουλοφόροι χτύπησαν και το μαγαζί στο οποίο δουλεύει. Διαφωνεί με τον στόχο των κουκουλοφόρων καθώς οι περισσότεροι ιδιοκτήτες καταστημάτων της περιοχής δεν ανήκουν, όπως μας λέει, στην ευνοούμενη τάξη. «Δεν μπορεί να είναι ιδεολογικός στόχος το Κολωνάκι. Θα ήταν πιο δίκαιο να μην σπάσουν κανενός ανθρώπου την περιουσία και να κάτσουν να τα βάλουν με τα ΜΑΤ επί ώρες και να περάσουν να σπάσουν τη Βουλή». Κλείνει δίνοντας μας τον μονολεκτικό χαρκτηρισμό που του ζητάμε για τις δύο περιοχές: «κολωνάκι: δήθεν, εξάρχεια: cool», χωρίς δεύτερη σκέψη!

Αφήνουμε για λίγο το Κολωνάκι (θα επιστρέψουμε αργότερα) και κατευθυνόμαστε προς τα ‘κει απ’όπου έρχεται η φασαρία. Είναι σχεδόν έντεκα, αλλά τα καφέ γεμάτα από φοιτητές. Από κάπου βγαίνει καπνός. Λίγο πιο κάτω ένας κάδος σκουπιδιών έχει πάρει φωτιά. Ένα συνηθισμένο βράδυ μιας καθημερινής, βρισκόμαστε στην οδό Οικονόμου, σε ένα μικρό, διώροφο μπαρ και μια παρέα φοιτητών Νομικής είναι πανέτοιμη να μας μιλήσει (και να μας μυήσει!) για αυτό που όλοι τους, ανεξαιρέτως, αναγνωρίζουν ως δεύτερο σπίτι τους.

Ο Μάνος, η Τζένη, η Αγγελική, ο Αντρέας, ο Άγγελος και η Βανέσα είναι από 19 έως 21 χρονών. Πίνουν μπύρες, καφέδες και ζεστές σοκολάτες μετά από μια ακόμα κουραστική μέρα «ποινικών ενοχικών» και «συνταγματικών» μαθημάτων. «Εξάρχεια ή κολωνάκι», ρωτάμε δήθεν πως δεν ξέρουμε την απάντηση. Η συζήτηση παίρνει φωτιά και δεν χρειάζεται να κάνουμε άλλες ερωτήσεις.

Εξάρχεια δαγκωτό. Εξάρχεια από άποψη. Για λόγους ιδεολογικούς αλλά και καθαρά αισθητικούς. Για όλους τους λόγους μάλλον. Έτσι φαίνεται να σκέφτονται.

«Εμένα μ’αρέσει και το Κολωνάκι», τολμάει να πει η Αγγελική. «Ε βέβαια αφού ντύνεσαι σα δαπίτισσα, με τα καπελάκια και τα ξέρω ΄γω» αντιγυρίζει ο Αντρέας. Οι υπόλοιποι γελάνε. «Εμένα πάντως μου αρέσουν και τα δύο, και το χαλαρό τωνΕξαρχείων αλλά και η αισθητική του Κολωνακίου», συνεχίζει. «Όχι τόσο ο κόσμος του. Στα εξάρχεια είναι βέβαια πιο άνετα τα πράγματα ενώ στο Κολωνάκι θα φοβηθείς να μπεις στο μαγαζί, δεν ξέρεις πως θα σε κοιτάξουν και πρέπει πάντα να είσαι στην τρίχα. Είναι καταπιεστικό αυτό. Αλλά μ’αρέσει το Κολωνάκι κι όχι γιατί το λένε Κολωνάκι. Έχουν ένα ιδιαίτερο στυλ τα μαγαζιά εκεί. Γενικά όμως μου αρέσει να βγαίνω σε διαφορετικά μέρη». Ο Αντρέας δεν συγκρατείται για πολύ ακόμα: «μπορείς να παίξεις στο Κολωνάκι ταύλι μέχρι τέτοια ώρα; Ο κόσμος είναι σνομπ, η μουσική αδιάφορη mainstream, εύπεπτη, όλοι με νεοπλουτίστικη συμπεριφορά και επιπλέον μπορεί να φας και πόρτα!» Η βανέσα συμπληρώνει: «δεν θα έλεγα όχι στο Κολωνάκι αλλά προτιμώ τα Εξάρχεια επειδή μπορείς να είσαι περισσότερο ο εαυτός σου και κανείς δεν σε κρίνει. Γενικά, βλέπει κανείς στα Εξάρχεια πολύ διαφορετικούς και ιδιαίτερους ανθρώπους και το κλίμα σε ωθεί σε συζητήσεις, στο να σκεφτείς πάντα κάτι παραπάνω».

«Υπάρχουν σαφώς και ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στον κόσμο που πηγαίνει στα Εξάρχεια και σε αυτόν που βγαίνει στο Κολωνάκι. Εδώ είμαστε πιο large, τα πράγματα είναι πιο ελεύθερα, εκεί αναγκάζεσαι να κρατάς μια υποκριτική στάση προκειμένου να αρέσεις στον κόσμο και αρκεί μια γύρα για να διαπιστώσεις την στημένη συπεριφορά. Ο κόσμος κάνει τα πάντα για να γίνει κοινωνικά αποδεκτός και μόλις νοιώσει έτσι, νομίζει ότι είναι και σε θέση να κρίνει τους άλλους. Πιστεύω πως είναι άτομα γεμάτα ανασφάλεια που επειδή δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα δικά τους προβλήματα, ασχολούνται με την καμπούρα του διπλανού», θα μας πει η Τζένη.

Μπορεί ο τρόπος διασκέδασης να δείξει και άλλα πράγματα, όπως ας πούμε την πολιτική σου κατεύθυνση; «Δεν θα ήθελα να διαχωρίζουμε τόπους και να βάζουμε ταμπέλες», απαντά η Βανέσα, «αλλά ο τρόπος διασκέδασης μπορεί να λέει ορισμένα πράγματα για κάποιον, όμως ποτέ δεν τα λέει όλα. Συνολικά ο τρόπος ζωής σου, μπορεί να αποκαλύψει την πολιτική σου κατεύθυνση», προσθέτει η Τζένη.

«Εμένα πάντως με ενοχλεί που ο κόσμος πάει στο Κολωνάκι, όχι γιατί είναι καμιά ωραία περιοχή, αλλά γιατί είναι ( πιο σωστά ήταν) το Κολωνάκι», λέει η Αγγελική. «Επίσης δεν βρίσκεις πουθενά να παρκάρεις και δεν χάνουν ευκαιρία να σε γράψουνε», συνεχίζει τον συλλογισμό που άφησε στην μέση, ο Αντρέας.

«Είναι πολύ περίεργο που είμαστε δίπλα και είμαστε δυο διαφορετικοί κόσμοι. Ενώ είναι η ίδια περιοχή και από άποψη μέρους είναι η ίδια ομορφιά, έστω περισσότερο καλοδιατηρημένο το Κολωνάκι», διαπιστώνει η Αγγελική και η παρέα παραθέτει και άλλα παραδείγματα τέτοιων διαχωρισμών: «κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην Πάτρα, ανάμεσα στις οδούς Γεροκοστοπούλου και Αγίου Νικολάου, όπου η πρώτη αντιστοιχεί στα Εξάρχεια και η δεύτερη στο Κολωνάκι, με όρους πρωτευούσης», λέει η Τζένη και ο Μάνος προσθέτει «στο Ηράκλειο έχουμε Μιλάτου και Χάνδακος, με την Μιλάτου σε ρόλο Κολωνακίου και τη Χάνδακος ως Εξάρχεια».

Και τελικά για τους «Κολωνακιώτες», τι έχουν να πουν; «Απλά τους αποφεύγουμε», λέει ο Αντρέας. «Οι κολωνακιώτες αποφεύγουν περισσότερο τους Εξαρχιώτες απ’ότι οι Εξαρχιώτες τους Κολωνακιώτες», διευκρινίζει ο Μάνος. Παρέα θα κάνατε; «Μα κάνουμε», συνεχίζει ο Μάνος. «Εγώ την έχω μέσα στο σπίτι μου, τι να πω;» δείχνει απηυδισμένη η Τζένη μιλώντας για την αδερφή της. «Πρέπει να αποδεχόμαστε τους ανθρώπους και τα πιστεύω του καθενός, αυτό σημαίνει και Εξάρχεια άλλωστε. Πρέπει να κάνουμε παρέα και με διαφορετικούς ανθρώπους, γιατί μέσα από την αντιπαράθεση και το διάλογο μπορείς κάπου να καταλήξεις, ίσως και να αλλάξεις. Και στο κάτω κάτω εμάς που βρισκόμαστε στα Εξάρχεια, τι πρέπει να μας θεωρούν; Αλήτες;» καταλήγει η Βανέσα.
ο Αντρέας όμως ξεσπά: «Νομίζουν ότι είμαστε όλο μπάχαλοι που θα πάμε εκεί να τους πλακώσουμε. Έχουν όλοι μπαχαλοφοβία μωρέ!» Εσείς δεν φοβάστε; ρωτάμε. «Φυσικά και όχι», λέει ο Αντρέας και συνεχίζει με ένα αμυδρό χαμόγελο: «δεν τα φοβάμαι τα Εξάρχεια γιατί έχω αμάξι είκοσι χρονών ξεβαμένο, άρα δεν τρέχει τίποτα!» Και η Βανέσα προσθέτει: «Όλα αυτά είναι ένας μύθος, δεν έχεις να φοβηθείς κάτι πραπάνω από οπουδήποτε αλλού, δεν είναι άντρο μοχθηρών ανθρώπων που το μόνο που σκέφτονται είναι πως θα σου κάνουν κακό. Τα περισσότερα επεισόδια γίνονται για να προστατευθεί ο κόσμος των Εξαρχείων.»

«Ο κόσμος έχει σχηματίσει αρνητική εικόνα για την περιοχή και είναι κάτι που θέλω να το αλλάξω, στους γονείς μου τουλάχιστον που μπορώ. Γι’αυτό και γω λέω στην μητέρα μου συνέχεια ότι βγαίνω στα εξάρχεια. Και της το τονίζω!» λέει ο Μάνος,

«Και σχετικά με τα επεισόδια σε διάφορες περιοχές, και για τα πρόσφατα στη Σκουφά, όπου φαίνεται υπεύθυνος ο κόσμος των Εξαρχείων, εγώ πιστεύω ότι ήταν προβοκάτσια» εκτιμά ο Αντρέας, «για να βρει πάτημα η κυβέρνηση να βγάλει τους μπάτσους κομάντο στους δρόμους, την «ειδική μονάδα επαγρύπνησης», να ποινικοποιήσει την κουκούλα, να επιτεθεί εκ νέου στο άσυλο, βρίσκοντας ως πρόφαση ότι εκεί πέρα καταφεύγουν οι κουκουλοφόροι." Δεν μπορούμε όμως να αρνηθούμε ότι η περιοχή είναι ένα άβατο» διακόπτει η Αγγελική και η παρέα αρχίζει να αντιπαρατίθεται με ρυθμούς που αδυνατεί να καταγράψει το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι.

Μετά ωστόσο από όλα αυτά, αναρωτιόμαστε και οι ίδιοι, πως μπορεί να είναι «άβατο» μια από τις πιο ελεύθερες και ανεξάρτητες περιοχές της πόλης. Τα πάντα διακινούνται ελεύθερα στα Εξάρχεια από ιδέες μέχρι ναρκωτικά, και άνθρωποι κάθε ιδιοσυγκρασίας διέρχονται ανενόχλητοι. Τα μαγαζιά που έχουν «πόρτα» στο Κολωνάκι θα μπορούσαν ίσως να χαρακτηριστούν άβατο, αλλά τίποτα δεν μπορεί να περιορίσει κανέναν στα Εξάρχεια. Τελικά ίσως «άβατο» μόνο για τα σώματα ασφαλείας, αλλά τολμούμε να πούμε πως αυτό είναι και το φυσιολογικό. Κανείς δεν θέλει αστυνομοκρατούμενη τη γειτονιά του.

Ο αντρέας θυμώνει με τους χαρακτηρισμούς που δίνουν τα Μέσα, κυρίως, στα Εξάρχεια και λέει: «περιμένουμε μετά από κάθε επεισόδιονα ακούσουμε στις ειδήσεις τι βλακεία θα πούνε πάλι οι ηλίθιοι δημοσιογράφοι.» Και η Βανέσα προσθέτει «είναι εντελώς εκτός τόπου αυτά που λένε, αν δεν ζήσεις κάτι από μέσα δεν μπορείς να έχεις άποψη.»

Ο Άγγελος δεν έχει μιλήσει καθόλου από την αρχή της συζήτησης, αφοσιωμένος στην επίλυση ενός σταυρόλεξου. Τον ρωτάμε επίμονα και δέχεται να διασπάσει για λίγο την ηρεμία του για να μας πει ποια είναι η διαφορά των δύο περιοχών: «παραδοσιακά στα Εξάρχεια κατοικούν φοιτητές γιατί εδώ ήταν το Πολυτεχνείο, το Χημείο και η Νομική, αυτό χαρακτηρίζει έντονα τη γειτονιά και ιστορικά να το δούμε. Το Κολωνάκι χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι είναι δίπλα στα κέντρα λήψης αποφάσεων, σε πρεσβείες, Υπουργεία και στη Βουλή και δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα κυριλέ εμπορικό κέντρο για τους Αθηναίους. Δεν μπορώ να τα φέρω σε αντιαράθεση, κάθε γειτονιά έχει διαφορετικό προσανατολισμό», μας λέει.

Αποχαιρετούμε τα παιδιά αφού τους ζητήσουμε να μας χαρακτηρίσουν τη γειτονιά τους. «Ελευθερία» λένε όλοι μαζί. Και για το Κολωνάκι; «Φόρμα, ποζεριά...» ο Άγγελος θα πει την τελευταία λέξη. «Και τα Εξάρχεια χαρακτηρίζονται από ποζεριά, άλλου είδους όμως. Εναλλακτίλα. Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» λέει και επιστρέφει στην ηρεμία που του εξασφαλίζει το εξαρχειώτικο περιβάλλον, όπου στις 11.30 το βράδυ σε ένα μπαράκι με δυνατή εναλλακική μουσική, είναι εντάξει να λύνεις χαλαρά το sudoku σου...

Λίγο αργότερα κατευθυνόμαστε και πάλι στο Κολωνάκι. Η πορεία που διαγράφουμε στις δύο γειτονιές , αντιστοιχεί στην ίδια την αντιπαράθεση που εξετάζουμε.

Βρίσκουμε στην Σόλωνος την Θοδώρα και την Ναταλία, 26 και 23 χρονών αντίστοιχα. Περιμένουν να πάρουν ταξί και δέχονται να μας μιλήσουν μέχρι κάποιο να βρεθεί. Εργάζονται και οι δύο στο Κολωνάκι αλλά η Θεοδώρα στο δίλλημα Εξάρχεια- Κολωνάκι, επιλέγει το πρώτο. «Γιατί είναι οι άνθρωποι εκεί διαφορετικοί. Αυτοί που μένουν, που διέρχονται, όλοι..» Η Ναταλία διαφωνεί. «Δεν μου αρέσουν τα Εξάρχεια, είναι βρώμικα και τα φοβάμαι.» Το ταξί έρχεται και δεν προλαβαίνει να τελειώσει το συλλογισμό της. Ο φόβος προς τα Εξάρχεια φαίνεται όμως, πως έτσι κι αλλιώς δεν έχει σαφή αιτιολόγηση. Όλοι όσοι μέχρι στιγμής λένε πως τα φοβούνται, δεν τα έχουν επισκεφθεί και δεν τα έχουν επισκεφθεί γιατί τα φοβούνται.

Ακριβώς πάνω στην περίφημη πλατεία Κολωνακίου συναντάμε τον Γιάννη, 19, φοιτητή στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Εξάρχεια ή Κολωνάκι; «Όταν έχουμε λεφτά πάμε Κολωνάκι, αλλιώς μας τρώνε τα Εξάρχεια. Εδώ μ’αρέσει η κλάση και η αίγλη, μ’αρέσει που είναι και λίγο γραφικό σαν περιοχή. Στα Εξάρχεια μου αρέσουν μόνο οι χαμηλές τιμές, ενώ προτιμώ περισσότερο την αισθητική στο Κολωνάκι. Όσο για το κόσμο, οι μισοί είναι κανονικοί κολωνακιώτες και ξέρουν τι τους γίνεται, δεν ψαρώνουν με φίρμες και λεφτά και οι άλλοι μισοί είναι βλάχοι που πάνε για να το παίξουν κάποιοι. Γενικά όμως ο κόσμος εδώ έχει τρόπους. Θα κάνει στην άκρη όταν περνάς δίπλα του στο πεζοδρόμιο, ενώ ο εξαρχειώτης νομίζει ότι το να μην έχει τρόπους είναι άποψη. Καμιά φορά οι κολωνακιώτες είναι και λίγο αλλαζόνες αλλά οι εξαρχιώτες είναι τσάμπα μάγκες∙ είναι αυτοί που κάνουν στην πραγματικότητα τα πάντα για το στυλ. Με ενοχλεί που πολλοί θεωρούν ότι τα παιδιά που βγαίνουν στο Κολωνάκι είναι ρηχοί και επιφανειακοί και συζητάνε μόνο για μόδα και οι κοπέλες για τα νύχια τους.» Αλλά για τί συζητάνε, τον ρωτάμε. «Για ό,τι συζητάνε όλοι οι άνθρωποι. Μπάλα, γκόμενες, και τα κορίτσια για μόδα και για σχέσεις. Α! Και για πολιτική», προσθέτει. Του ζητάμε να μας δώσει τον κλασικό μονολεκτικό χαρακτηρισμό για τις δύο περιοχές. «Εξάρχεια: χαλαρά, Κολωνάκι: στην τσίτα», μας λέει.

Η Μύρια, 20 και η Ιωάννα, 29 είναι οι μόνες από τους ανθρώπους που συναντήσαμε, που είναι μόνιμοι κάτοικοι των περιοχών αυτών. Η Ιωάννα μένει στα Εξάρχεια και αγαπάει υπερβολικά τη γειτονιά της, αν και παραδέχεται ότι τα τελευταία χρόνια έχει χαλάσει. Όταν τη ρωτάμε «γιατί Εξάρχεια;» απαντά: «γιατί Κολωνάκι», σαν να είναι αυτό από μόνο του αποτρεπτικό. «Είναι μια πολύ ζωντανή γειτονιά. Βγαίνεις έξω και δεν ξέρεις ποτέ τι θα σου συμβεί», λέει. Αντίστοιχα η Μύρια, που μένει κοντά στον Λυκαβητό, μιλάει για μια πολύ ήσυχη και ασφαλή περιοχή. «Κυρίως γιατί ο κόσμος που μένει εκεί είναι συνήθως μεγάλης ηλικίας∙ πρόκειται για παλιούς Αθηναίους εκ των οποίων πολλοί απολαμβάνουν και μια κάποια κοινωνική καταξίωση. Κάτι που βρίσκω πραγματικά ενοχλητικό είναι όταν βλέπω Σάββατο πρωί να κατεβαίνουν όλα τα τζιπ από παντού στο Κολωνάκι, για να πιούνε καφέ, επειδή νομίζουν ότι είναι κάτι πολύ συγκλονιστικό να πιεις καφέ στο Κολωνάκι, Σάββατο πρωί». Και μετά από μια μικρή παύση προσθέτει: «τα μαγαζιά στο Κολωνάκι είναι παράφωνα φασαριόζικα και με ένα μονοδιάστατο στυλ για όλες τις ώρες και αυτό είναι που με κάνει τελικά να προτιμώ τα Εξάρχεια».

Είναι ήδη αρκετά αργά και στο Κολωνάκι ο κόσμος έχει αραιώσει εμφανώς. Λίγο παραδίπλα η νύχτα ακόμα δεν έχει αρχίσει και φτάνοντας στην Μεσολογγίου, μια ομάδα κουκουλοφόρων, χωρίς κουκούλες, έχει μια μικρή συνάντηση. Στα κοντινά μπαράκια ο κόσμος ακόμα πίνει ήρεμα την μπίρα του και εμείς αναζητούμε μια τελευταία γνώμη. Ο Νίκος είναι 20 χρονών, φοιτητής στη Νομική και παλιός συμμαθητής. «Εξάρχεια ή Κολωνάκι», θέτουμε το ερώτημα για τελευταία φορά. «Εξάρχεια και βόρεια, κατά προτίμηση. Από Καλλιδρομίου και πάνω, στην περιοχή που ονομάζεται Νεάπολη και για την οποία έχουν γραφτεί πολλά ωραία κείμενα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα του Μάτεση». Γιατί εκεί, ρωτάμε. «Γιατί τα νότια έχουν ένα διάχυτο πολιτικό στίγμα –αυτό της πρόσφατης κοινωνικής έκρηξης του Δεκέμβρη- και δεν μπορούμε να αναμετρώμαστε διαρκώς με αυτό».

«Τα Εξάρχεια έχουν συμβολοποιηθεί ως περοχή», μας λέει μεταξύ άλλων, "επειδή σε αυτά δρουν και κινούνται ανεξάρτητες συλλογικότητες, πολιτικοί φορείς και οργανώσεις, αναπτύσσουν εκτεταμένη κοινωνική δράση, ενώ είναι μαζικό το κίνημα πόλης μέσω της διεκδίκησης ελεύθερων χώρων στην περιοχή. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί και το πάρκο μεταξύ των οδών Χαριλάου Τρικούπη και Ζωοδόχου Πηγής». Και η αισθητική των ψυχαγωγικών χώρων; «Έχω την αίσθηση πως η αισθητική των μαγαζιών δεν είναι ψευδεπίγραφη. Επειδή οι τόποι και οι χώροι είναι οι άνθρωποι και οι άνθρωποι που περιτριγυρίζουν αυτά τα μέρη έχουν κάποια ψήγματα αυθεντικότητας, για αυτό και τα καφέ και τα ταβερνάκια έχουν κι αυτά κάποια ψήγματα αθεντικότητας». Θα πήγαινε ποτέ στο Κολωνάκι, ένας τέτοιος, συνειδήσει, εξαρχιώτης; «Δεν έχω κάποιο φετίχ με τις περιοχές, θα ήμουν μέσα εάν αποφασίζαμε να πάμε Κολωνάκι, και σχετικά με το ιδεολογικό χάσμα, αυτό μπορεί να ξεδιπλωθεί και μεις να πέσουμε μέσα του, σε οποιαδήποτε έκφανση της ζωής μας, δεν φαίνεται από τον καφέ στο Κολωνάκι. Εξάλλου δεν μπορούμε να αναπτύσουμε μικρές νησίδες με τις οποίες θα είμαστε απόλυτα συμφιλιωμένοι και πλήρως εξαρτημένοι και τον υπόλοιπο κόσμο να τον αφήνουμε στο περιθώριο και να τον παραθεωρούμε».

«Τι είναι τα Εξάρχεια τελικά;» «Ένας εξαιρετικά εμπνευστικός χώρος που έχει και εξαιρετικά ωραίες νερατζιές», μας λέει γελώντας. «Υπάρχει και ένα πολύ ωραίο κείμενο για τα Εξάρχεια του Άγγελου Ελεφάντη, διανοούμενου της Αριστεράς, ο οποίος έχει μια κριτική στάση για τα Εξάρχεια, να ψάξεις να το βρεις!».

Το ρεπορτάζ φτάνει στο τέλος και κατηφορίζουμε μαζί μέχρι την Ακαδημίας. Του κάνουμε την τελευταία ερώτηση, ζητάμε ένα μονολεκτικό, σημερινό, ορισμό για τις δύο περιοχές του κέντρου, που να συνοψίζει την ουσία του μέρους, αυτών που συμβολίζει και όσων υπονοεί. Για το Κολωνάκι, «Μπουρζουαζία», μας λέει. Και για τα Εξάρχεια; «Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος», απαντά με ένα βλέμμα που δείχνει το προφανές.

Κρατάμε πως οι τόποι είναι οι άνθρωποι. Δεν μπορέσαμε όμως να καταλάβουμε αν διαχωρίζεται πλήρως τελικά το φαίνεσθαι από το είναι, ή αν το ένα συνεπάγεται το άλλο. Έτσι κι αλλιώς δεν βγήκαμε στον δρόμο, παρά για μια ανάλαφρη συζήτηση με τους περαστικούς.

Οι γειτονιές του κέντρου παραμένουν ακόμα ζωντανές. Οι άθρωποι που τους δίνουν ζωή δεν είναι μονάχα οι κάτοικοι, αλλά και όσοι έρχονται από διαφορετικές πλευρές της Αθήνας, γιατί έχουν καταλάβει πως ο παλμός της πόλης χτυπάει εκεί δυνατότερα.

Τα Εξάρχεια και το Κολωνάκι ίσως είναι δύο διαφορετικοί τόποι, αλλά δεν είναι τυχαίο ότι βρίσκονται δίπλα. Κάτι δηλώνει αυτό για τους κόσμους που περιβάλλουν∙ κάτι σημαίνει για τα αθρώπινα και τα χάσματα που μοιάζουν αγεφύρωτα.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

έχεις παρατηρήσει πως όλες τις σπουδαίες αποφάσεις για τη ζωή σου, τις παίρνεις πάντα όταν είναι πρακτικά αδύνατο να τις υλοποιήσεις?

Arcadia of my youth.
Καθόμουν μικρή, με τις ώρες πάνω στο γιογιό μου (για να μην χρειαστεί να σηκωθώ για κανένα λόγο) και έβλεπα captain Harlock και Area 88. Αν θυμάμαι καλά πως κάποτε ήθελα να γίνω πιλότος, το χρωστάω στον Σιν Καζάμα. Και την γοητεία που μου ασκούν τα σημαδεμένα πρόσωπα, στον Harlock και την Emeraldas. At the end of the journey all men think that their youth was Arcadia.

Είχα πει να αφήσω για λίγο τα δημόσια ημερολόγια και να ασχοληθώ με τα μαθήματα και την εξεταστική μου. Δήλωσα νωρίτερα (βλ. προηγούμενο ποστ) και τον λόγο της απουσίας μου και ήταν όλα εντάξει, μέχρι που.

Αν θα ήθελα κάτι περισσότερο αυτή τη στιγμή, είναι να αγχωνόμουν για τις πανελλαδικές. Να έπαιρνε και πάλι η ζωή μου τον ανούσιο δρόμο της.
Αλλά είναι όλο μου το πρόβλημα Nouvelle Vague σε διασκευή τραγουδιού των Buzzcocks.

Αν στρώναμε την τσόχα για να παίξουμε 'κάνα χαρτάκι, σίγουρα δεν θα ήταν μπιρίμπα. Λείπει ο Μπαλαντέρ. Αλλά εντάξει βολεύομαι πάντα και με "Θανάση". Με Μανώλη, Έκτορα ή Κωνσταντίνο.

Όλη η σκέψη μου είναι στο Γκουαντάναμο και είναι αυτό που με σώζει λίγο πριν την τελευταία στιγμή. Τα (αριστερά?) αντανακλαστικά μου. Που τα χρωστώ στη μάνα μου, τον παππού και την άλλη μεγάλη μου οικογένεια, των φίλων.

Όταν θέλεις πολύ κάτι, αυτό σημαίνει ότι δεν το έχεις, που θα' λεγε και ο πιτσιρίκος, και προσθέτω, (επίσης δια της αντιγραφής), πως ακόμα κι οι καουμπόισσες μελαγχολούν. Άρα όλα είναι και πάλι όπως πριν.

Καθυστερώ πάνω από το λάπτοπ, σημειώνοντας στην οθόνη του τα δικά μου, μόνο και μόνο για να καθυστερήσω τη μέρα. Να αργήσει να έρθει για να προλάβω να υποσχεθώ στον εαυτό μου τα τσιτάτα της Σκάρλετ, να μπορέσω να κάνω λίγα παραπάνω όνειρα και να κοιμηθώ βαθιά, σίγουρη ότι είμαι ο βασιλιάς του κόσμου . Μόνο ο κ. Πέπερμιντ θα μπορούσε να μου απαντήσει σ' όλα αυτά, ή κάποιος που ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου.
Κατά τ' άλλα αυτό δεν είναι τίποτα σημαντικό.
Ούτε καν μια excitation érotique, μην γελιέσαι.
EΞΕΤΑΣΤΙΚΗ!

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

Είναι κάτι που λείπει από αυτό το μπλογκ.

Και είναι περίεργο που μέχρι τώρα δεν υπάρχει καμία σχετική αναφορά, γιατί θα ήταν από τα πρώτα πράγματα που θα έλεγα σε κάποιον αν του συστηνόμουν. Βέβαια, από την άλλη, αυτή είναι και η μπανανόφλουδα των μπλογκς, να περιέχουν πράγματα που δεν αφορούν το ευρύ κοινό, προσφέροντας άχρηστες πληροφορίες στους πιθανούς αναγνώστες τους, ικανοποιώντας μόνο την φιλαρέσκεια του γράφοντος. Και πόσο μάλλον όταν αυτά τα μπλογκς έχουν και την αξίωση, ή έστω την επιθυμία να λέγονται ειδησεογραφικά. Για αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις, όταν δεν πληροίς τα τυπικά προσόντα. (άλλωστε και η υποφαινόμενη στην πραγματικότητα, μοντέλο ήθελε να γίνει ,γεννήθηκε όμως κοντή και χοντρή και είπε καλύτερα να φτιάξει ένα μπλογκ!)

Αυτό που λείπει από αυτό τον χώρο, είναι η μισή μου καρδιά. (η άλλη μισή είναι η δημοσιογραφία- πάντα ήθελα να το πω αυτό!).

Συνάντησα μετά από πολύ καιρό, τους φίλους από το νησί. Τους παιδικότερους όλων των φίλων μου. Πήγαμε σε μια ταβέρνα για να λερώσουμε τα χέρια μας με λίπη και μετά να γλύψουμε ένα ένα τα δάχτυλά μας. Πήραμε κρασί και -τυχαία- ήταν κρασί του τόπου μας. Τσουγκρίσαμε σαν να ήταν καλοκαίρι, σαν να ήμασταν όλοι μαζί εκεί, δίπλα στην θάλασσά μας, στα δικά μας μέρη. Και αρχίσαμε τα κουτσομπολιά. Τα οποία είναι τα ίδια εδώ και χρόνια.

Οι φίλοι από το νησί, είναι σαν τους συγγενείς-δεν τους επιλέγεις. Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μαζί. Δεν έχουμε πολλά κοινά, μπορεί και καθόλου-εκτός από τη μισή καρδιά μας.

Τα παλιά καλοκαίρια, με τα αγόρια μαλώναμε συνεχώς. Εκείνοι ήταν πάντα λίγο περισσότερο εφευρετικοί και έφτιαχναν πανέμορφα σπίτια από καλάμια. Μας κατηγορούσαν ότι δεν βοηθούσαμε καθόλου, αλλά στην πραγματικότητα τα έφτιαχναν για μας. Τα βράδια που λέγαμε τρομακτικές ιστορίες δίπλα σε ξωκλήσια, η Ο. πάντα φοβόταν. Ακόμα φοβάται. Μετά το μπάνιο για μπάλα στο σχολείο, βόλτες με τα μηχανάκια έξω από το χωριό και το βράδυ, στον "Τάκη". Κάθε βράδυ τα ίδια τραγούδια. Τι λέω? Κάθε Καλοκαίρι τα ίδια τραγούδια, με την ίδια σειρά. Πολλά γέλια.

Και μετά κι άλλα... Αχινούς θα έβγαζε η Τ. και οι άλλοι θα τρώγαμε. Ψησταριές και πανσέτες δίπλα στο πηγάδι, η κολλητή μου θα πει πάλι κάτι εξωφρενικά αστείο και θα γελάμε για ώρες και μετά για χρόνια. Ατάκες που δεν ξεχνιούνται ποτέ και επαναλαμβάνονται κάθε καλοκαίρι. Γύρω στις 5 το πρωί, όλοι μαζεύονται στον φούρνο του διπλανού χωριού για την ιεροτελεστία της τυρόπιτας. Ξημερώνει και πάμε σπίτι για ύπνο αν δεν αλλάξουμε γνώμη και πάμε τελικά σε κάποια παραλία για (πολύ) πρωινό μπάνιο. Και μετά πάλι στη θάλασσα και μετά βόλτες σε όλο το νησί με τα αυτοκίνητα, με το ποδήλατο, με τα πόδια, παγωτά και πολλά γλυκά, (κλεμμένες) τσάγλες και μούσκλες και η μυρωδιά της γιαγιάς μου, τα αγαπημένα της τραγούδια, οι ιστορίες για ένα σόι υπερηρώων και το παραμύθι που ξεκινά: "η καλοσύνη είπε η γιαγιά, μονάχα η καλοσύνη, όλα στον κόσμο χάνονται μόνη απομένει κείνη"

Τα βράδια ο ουρανός μας είναι ο πιο πλουμιστός απ΄όλους και αν επιπλέεις στο νερό και τον κοιτάς, μπορείς να κάνεις όσες ευχές θέλεις μετρώντας τα πεφταστέρια. Εγώ κάνω μόνο μία, δεκάδες φορές. Να είμαστε όλοι εδώ, για πάντα.

Το post αυτό το χρωστούσα στο νησάκι μου και ήταν μια τελευταία προσπάθεια να πείσω την κολλητή μου να βρει χρόνο να διαβάσει το ιστολόγιο. Και επειδή το καλοκαίρι αργεί λιγάκι και είμαι ολοφάνερα καλοκαιρινός τύπος, έχω μελαγχολήσει.

Θα έλεγα ότι ορισμένες φορές αυτά που γράφονται εδώ, δανείζονται χαρακτηριστικά facebook, το οποίο συνειδητά δεν αποκτήσαμε. Αν όμως κάποιος κρατάει από τέτοιους τόπους και προέρχεται από τέτοια καλοκαίρια, θα καταλάβει. Αν τρώει καρπούζι με τυρί κι αν του ξέφυγε ποτέ ένα χωριάτικο "νι" και "λι" θα καταλάβει.

*προς χαζή ξανθιά: το τραγούδι της παρέας, καθώς και εκείνο που είχε χορέψει η Σ. πριν γίνει μανούλα, στα αφιερώνω μαζί μ' αυτό.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ 14.
το χρονικό

είναι 4.15 και από τα ερτζιανά ακούω την μετάδοση του Πανεκπαιδευτικού Συλλαλητηρίου. Γράφω εδώ και παράλληλα ακούω, θα γράψω για τον Τεμπονέρα, που ζει και για τη μαζικότητα της σημερινής συγκέντρωσης. Γράφω κι ακούω και ξαφνικά οι φωνές του κόσμου δυναμώνουν και οι δημοσιογράφοι είναι έτοιμοι να εκραγούν. Μεταφέρω ότι ακούω στο ραδιόφωνο, τη στιγμή που τα ακούω, σήμερα έμεινα σπίτι για να διαβάσω, ενώ

..στην Ασκληπιού χτυπάνε δμοσογράφους, δικηγόρους και πολίτες, η ρίψη χημικών είναι ακατάπαυστη, οι διμοιρίες των ΜΑΤ έχουν αποκλείσει τις οδούς Ασκληπιού και Σόλωνος, πάει εκπρόσωπος του δικηγορικού συλλόγου, ο κόσμος κάνει αλυσίδες για να μην συλλάβουν τα παιδιά και όσους βρίσκονται μέσα σε πολυκατοικία στην Ασκληπιού 14, εκκλήσεις για εισαγγελέα, ας έρθει κάποιος, Οι δημοσιογράφοι φωνάζουν αφήστε τους, οι συλλήψεις αρχίζουν, τραβολογάνε μια ηλικιωμένη κυρία, συλλαμβάνουν ανθρώπους που δείχνουν δικηγορική ταυτότητα, η φωνή του δημοσιογράφου τι κάνετε ρε παιδιά, μια κυρία με άσπρα μαλλιά πεσμένη στο έδαφος , κόσμος πολύς μέσα στις κλούβες, κι όλα αυτά παρουσία των δημοσιογράφων, κάμερες και μικρόφωνα ανοιχτά, σπάνε τις αλυσίδες, ένας εισαγγελέας να παρέμβει αμέσως στην Ασκληπιού 14, κρατήστε με στον Αέρα φωνάζει ο ρεπόρτερ, χτυπάνε γριές γυναίκες, χτυπάνε ασύστολα, μια κυρία στο έδαφος, η κλούβα έχει γεμίσει, από τον ασύρματο ακούστηκε πρέπει να γίνουν συλλήψεις, όσα γίνονται δεν έχουν ξανασυμβεί, δεν αφήνουν τους γιατρούς να μεταφέρουν έξω τους τραυματίες, 70 με 80 άτομα μέσα στην πολυκατοικία, 80-90 αστυνομικοί, αποκλεισμένη η Σκουφά και η Σόλωνος, ακούγεται σαν πολεμική ανταπόκριση, ήταν σαφής η κίνηση της αστυνομίας λένε οι ρεπόρτερ, έχουν αποκλείσει όλο το οικοδομικό συγκρότημα και όποιον βρεθεί μπροστά τον συλλαμβάνουν, η τηλεόραση δεν δείχνει τίποτα, παρ' όλο που υπάρχουν παντού κάμερες, περίπου 20 συλληφθέντες μέσα στην κλούβα, συνδικαλιστές δικηγόροι ανάμεσα, εγκλωβισμένοι όλοι όσοι βρίσκονται στην περιοχή, αστυνομικός με κουκούλα κατεβαίνει από την κλούβα, τώρα γίνεαι συμπλοκή στη Σκουφά, τώρα γίνεται καθιστική διαμαρτυρία, κάποιος με γεμάτα αίματα χέρια, πέφτουν δακρυγόνα, χτυπούν όποιον βρίσκουν μπροστά τους αυτή τη στιγμή, ο ρεπόρτερ αρνείται να πιστέψει ότι όλα αυτά γίνονται κατόπιν εντολών της ηγεσίας της αστυνομίας, μια κυρία μέσα από την κλούβα, τηλεφωνεί στο σταθμό, μιλάει στο ράδιο, "έχουν μαζέψει όλη τη νομική βοήθεια, εγώ δεν είμαι δικηγόρος είχα κάτσει μαζί τους στην αλυσίδα, δεν με δείρανε γιατί είμαι πενήντα χρονών γυναίκα", με συνοδεία γιατρών μια κοπέλα έφυγε από την πολυκατοικία, τώρα χτυπούν δημοσιογράφους, δημοσιογράφος του ΑΝΤΊ χτυπημένος, δακρυγόνα πάνω στους γιατρούς, θέλουν να την πάνε στην Κεντρική Κλινική Αθηνών που είναι λίγο πιο πάνω, πέσαν χημικά, δύο ομάδες αστυνομικών η μία έχει αποκλείσει τη Ναυαρίνου, χτυπάνε φωτογράφο τώρα δύο αστυνομικοί, είναι στο έδαφος δεν μπορεί να περπατήσει, τον μεταφέρουν στην Κεντρική Κλινική Αθηνών, ο κόσμος φεύγει από εκεί και προσπαθεί να σπάσει τον κλοιό αστυνομικών στη Σόλωνος, μόλις δόθηκε η εντολή για αποχώρηση, μεταφέρονται οι διμοιρίες στην Ακαδημίας, ένα παιδί με ανοιγμένο κεφάλι, δεν τους αφήνουν να βγουν, φεύγουν ή είναι παγίδα για να επιστρέψουν και να κάνουν συλλήψεις, δακρυγόνα πριν στην είσοδο της πολυκατοικίας, μόλις τώρα βγήκαν όλοι από την πολυκατοικία, οι άνθρωποι από την κλινική δίνουν ορούς, γάζες και μπεταντίν δίνονται από τους νοσοκόμους, Σόλωνος και Ακαδημίας τα ΜΑΤ, εικόνες που δεν τιμούν τη δημοκρατία λέει ο ρεπόρτερ, δεν υπήρχε λόγος για τις συλλήψεις, ήταν άνθρωποι σε αλυσίδες που ήθελαν να αποτρέψουν την αστυνομία να μπει στην πολυκατοικία, ο κόσμος προχωρά προς Εξάρχεια,

Αργότερα, υπάρχει πορεία προς τη ΓΑΔΑ, δίνονται τα ονόματα των 14 προσαχθέντων δικηγόρων, μιλάει η δικηγόρος Ιωάννα Κούρτοβικ, "επρόκειτο για την ομάδα νομικής βοήθειας, παρατηρητές δικηγόρους, μέλη του δικηγορικού συλλόγου, λέει ακόμα για τη ρίψη δακρυγόνων από απόσταση είκοσι πόντων στα πρόσωπα των διαδηλωτών που πραγματοποιούσαν καθιστική διαμαρτυρία". Ακούω στις 5.28 πως έξω από τη ΓΑΔΑ χτυπούν δικηγόρους,

Κι όλα αυτά αμέσως μετά τον περίφημο ανασχηματισμό. Ήθελα σήμερα να πω για την, σαν χθες, δολοφονία του εκπαιδευτικού Νίκου Τεμπονέρα από τον τότε πρόεδρο της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας και δημοτικό σύμβουλο Γιάννη Καλαμπόκα. Μια δολοφονία τραγικά επίκαιρη, αλλά ποια δολοφονία με τέτοιες πολιτικές προεκτάσεις, δεν είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ?

Τα γεγονότα πια δεν μιλάνε από μόνα τους, όχι γιατί δεν μπορούν μα γιατί δεν τα αφήνουν. Είναι η εποχή που μιλάει η τηλεόραση, το μοντάζ και τα πλάνα αρχείου. Την ειρηνική από μεριάς διαδηλωτών και μαζικότατη πορεία δεν πρόβαλε κανένας. Και παρ' όλο που στην Ασκληπιού, την ώρα της παράκρουσης των αστυνομικών δυνάμεων, βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι του Τύπου, ακόμα στην τηλεόραση δεν έδειξαν τίποτα. Μόνο πετροπόλεμους μεταξύ αστυνομικών και των αγαπημένων παιδιών της τιβί, των κουκουλοφόρων. Αναμένουμε τις ειδήσεις των 8.

Και επιστρέφοντας στην αρχική μου πρόθεση να πούμε σήμερα, μεταξύ άλλων, για πολιτικές δολοφονίες και την (πολιτική) σημασία τους, ο νους μου πάει στον Τουπάκ Κατάρι, μερικούς αιώνες πίσω, σε 'κείνη την τελευταία του κουβέντα, πράξη αντίστασης, στους Ισπανούς αποικιοκράτες, λίγο πριν τον σκοτώσουν, λίγο πριν περάσει (με έναν καθόλου μεταφυσικό τρόπο) στην αιωνιότητα : "θα επιστρέψω και θα είμαι εκατομμύρια".


(πηγές, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί Στο Κόκκινο 105,5 και City 99,5)

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΥ ΕΣΤΑΛΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ GUARDIAN ΣΤΙΣ 30/4/2008. Η αναδημοσίευση στα ελληνικά, από την ιστοσελίδα www.intifada.gr.

Tον Μάιο, οι εβραϊκές οργανώσεις θα γιορτάσουν την 60η επέτειο από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Αυτό είναι κατανοητό αν αναλογιστούμε τους αιώνες διωγμών που κατέληξαν στο Ολοκαύτωμα. Ωστόσο, εμείς είμαστε από εκείνους τους Εβραίους που δεν θα γιορτάσουν. Σίγουρα, είναι τώρα η ώρα να δούμε τι λένε οι άλλοι, να δούμε το τίμημα που πλήρωσαν άλλοι λαοί για τον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό και τις πολιτικές του Χίτλερ που οδήγησαν σε γενοκτονίες. Όπως είχε υπογραμμίσει κι ο Εντουαρντ Σαΐντ: ό,τι είναι το Ολοκαύτωμα για τους Εβραίους, είναι και η Νάκμπα για τους παλαιστίνιους

Τον Απρίλιο του 1948, τον ίδιο μήνα που έγινε η κακόφημη επίθεση στο Ντέιρ Γιασίν και η επίθεση με ρουκέτες εναντίον παλαιστινίων αμάχων στην αγορά της Χάιφα, το Σχέδιο Νταλέτ τέθηκε σε εφαρμογή. Αυτό το Σχέδιο επέτρεπε την καταστροφή των παλαιστινιακών χωριών και την εξώθηση του ντόπιου πληθυσμού έξω από τα σύνορα του κράτους. Δεν θα γιορτάσουμε.

Τον Ιούλιο του 1948, 70.000 παλαιστίνιοι απομακρύνθηκαν από τα σπίτια του στην Λίντα και τη Ράμλέχ μέσα στο κατακαλόκαιρο, χωρίς νερό ή φαγητό. Εκατοντάδες πέθαναν. Αυτή η πορεία έμεινε γνωστή ως Πορεία Θανάτου. Δεν θα γιορτάσουμε.

Συνολικά, 750.000 παλαιστίνιοι έγιναν πρόσφυγες. Περίπου 400 χωριά σβήστηκαν από τον χάρτη. Αυτό δεν σταμάτησε την επιχείρηση εθνικής εκκαθάρισης. Χιλιάδες παλαιστίνιοι (ισραηλινοί πολίτες) εκδιώχθηκαν από τη Γαλιλέα το 1956. Πολλές χιλιάδες ακόμα τους ακολούθησαν όταν το Ισραήλ υποδούλωσε τη Δυτική Οχθη και τη Γάζα. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και την Απόφαση 194 του ΟΗΕ, οι πρόσφυγες πολέμου έχουν δικαίωμα επιστροφής και αποζημίωσης. Το Ισραήλ δεν έχει ποτέ αποδεχτεί αυτό το δικαίωμα. Δεν θα γιορτάσουμε.

Δεν μπορούμε να γιορτάσουμε τα γενέθλια ενός κράτους που έχει για θεμέλια την τρομοκρατία, τις σφαγές και την εκδίωξη άλλων λαών από τη γη τους. Δεν μπορούμε να γιορτάσουμε τα γενέθλια ενός κράτους που ακόμη και σήμερα συμμετέχει σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, που εφαρμόζει τερατώδεις μεθόδους συλλογικής τιμωρία στον άμαχο πληθυσμό της Γάζα και που συνεχίζει να αρνείται στους παλαιστίνιους τα ανθρώπινα δικαιώματά τους και τις εθνικές τους επιδιώξεις.

Θα γιορτάσουμε όταν Αραβες και Εβραίοι θα ζουν σαν ίσος προς ίσο σε μια ειρηνική Μέση Ανατολή.

(ακολουθεί λίστα με πάνω από εκατό ονόματα που υπογράφουν την επιστολή.)

ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: http://www.guardian.co.uk/world/2008/apr/30/israelandthepalestinians

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ.

Δεν πρόλαβε να ξημερώσει 2009 και οι τεκτονικές του προσωπικού μου μικρόκοσμου άρχισαν να κάνουν πάλι σεισμό. Περίμενα πάλι, όπως και τότε, όπως και πάντα, εκείνη τη μικρή στιγμή ανάμεσα σε μία πλήρη περιστροφή της γης γύρω από τον ήλιο και σε μία που επρόκειτο να ξεκινήσει, εκείνη την άχρονη στιγμή που εμείς οι άνθρωποι ονομάζουμε "νέα αρχή", τότε που νομίζουμε πως το σύμπαν ανασυντάσσεται για χάρη μας. Στο στερνό δευτερόλεπτο του χρόνου τα μάτια μου είναι κλειστά, για να αντικρίσουν όταν ανοίξουν, τη "νέα εποχή" στα γεννοφάσκια της. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν αυτά τα τερτίπια δουλεύουν, αν όταν ανοίξεις όλα τα παράθυρα του σπιτιού πάνω στην αλλαγή, φεύγει ο παλιός ο χρόνος και όλα τα κακά του (ή αν η πνευμονία που θα πάθεις είναι γούρικη), αλλά αν ισχύουν, κρίμα, γιατί πάνω στην αλλαγή του αιώνα, εγώ πετούσα τα σκουπίδια σε έναν κάδο απορριμάτων κάπου στον Πειραιά και δεν είδα ούτε τα βεγγαλικά, γιατί κρύβονταν πίσω από τις ψηλές πολυκατοικίες.

Τα σύμβολα. Μιας που είναι μέρες γιορτινές θα σας πω και γω ένα παραμυθάκι. Το κέρδισα (το παραμύθι μου), μαζί με το φλουρί στην κοπή της βασιλόπιτας σε μια από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Χειμώνας, πολύ παλιά. Είναι η Ντέλλα και ο Τζέημς, εκείνη με τα μακριά, σαν καταρράκτης μαλλιά της, που βασίλισσες θα τα φθονούσαν κι εκείνος, με ένα ρολόι κειμήλιο από τον παππού του, πανέμορφο και μονάκριβο. Είναι νέοι, φτωχοί και αγαπιούνται. Κι είναι και χριστούγεννα. Η Ντέλλα θα του αγοράσει κάτι, λέει, αλλά με ένα δολλάριο και ογδόντα επτά σεντς, μάλλον όχι. Σ εκείνη τη βόλτα στην αγορά (μια μέρα που δεν είναι Κυριακή), θα δει σ'ένα μαγαζί μια αλυσίδα από πλατίνα, όμορφη και πολύτιμη. Ό,τι πρέπει για το ρολόι του, που ο Τζέημς κρύβει μέσα στο σακάκι, αισθάνοντας αμήχανα για το κορδόνι που το 'χει δεμένο.Η Ντέλλα θα ερωτευτεί εκείνο το στολίδι που είναι λες και φτιάχτηκε για το ρολόι και θα χτυπήσει το κουδούνι της μαντάμ Σωφρονί, που αγοράζει μαλλιά. Λίγες ψαλιδιές μετά (και πολλά μέτρα λαμπερά, στιλπνά μαλλιά μιας άλλης Ραπουνζέλ, χυμένα στο πάτωμα), η Ντέλλα σαν αγοροκόριτσο με τα λεφτά της χαμένης κόμης θα έχει πια στα χέρια της ένα δώρο για τον καλό της. Βράδυ στο σπίτι. Παραμονή Χριστουγέννων. Το φαγητό είναι έτοιμο και ο Τζέημς χτυπάει το κουδούνι. Θα δει τη γυναίκα του και θα τα χάσει. Εκείνη τον ρωτάει αν τώρα την βρίσκει άσχημη. Όχι κάθε άλλο. Με ανυπομονησία και χαρά παιδιού η Ντέλλα δίνει στο Τζέημς το δώρο του. Δεν είναι γλύκα;, είναι αυτό που αξίζει σ'ένα Τέτοιο ρολόι, φέρτο μου να δω πώς ταιριάζουν. Κι ο Τζέημς με πρόσωπο στεγνό και λίγο κουρασμένο, θα της δώσει αντ'αυτού ένα άλλο κουτί. Το δώρο για τη Ντέλλα. Χτενάκια για τα μαλλιά. Ακριβά και περίτεχνα. Από ταρταρούγα. Χτενάκια για όμορφα χτενίσματα, στολισμένα με πετράδια. Για τα πανέμορφα μαλλιά της που δεν υπάρχουν πια. Αγορασμένα δύσκολα. Με τα λεφτά του πολύτιμου ρολογιού, με τα λεφτά που ο Τζέημς πήρε όταν πούλησε εκείνο το ρολόι που η αλυσίδα από πλατίνα της Ντελλ θα του πήγαινε τόσο ωραία. Και ο Ο' Χένρυ κλείνει το ζήτημα κάπως έτσι: "οι Μάγοι, όπως ξέρετε, ήταν σοφοί άνθρωποι, θαυμαστά σοφοί άνθρωποι- και έφεραν δώρα στο Θείο Βρέφος. Αυτοί επινόησαν την τέχνη να προσφέρεις δώρα τα Χριστούγεννα. Καθώς ήταν σοφοί τα δώρα τους, χωρίς καμιά αμφιβολία, ήταν κι αυτά σοφά, και με τη δυνατότητα μιας πιθανής αλλαγής. Και να που σας διήγηθηκα αδέξια, την πεζή ιστορία δυο ανόητων παιδιών σ΄ένα διαμέρισμα, που χωρίς καμιά σοφία, θυσίασαν ο ένας για τον άλλο τους μεγαλύτερους θησαυρούς του σπιτιού τους. Αλλά σα μια τελευταία λέξη στους σοφούς αυτού του καιρού, ας πούμε ότι από όλους όσους κάνουν δώρα αυτοί είναι οι πιο σοφοί. Από όλους αυτούς που προσφέρουν και δέχονται δώρα συνετά. Αυτοί είναι οι πιο σοφοί παντού. Είναι οι Μάγοι!"

Δεν θυμάμαι γιατί άρχισα να λέω αυτή την ιστορία. Ωστόσο, είναι πολύ όμορφη και τα όμορφα πράγματα υπάρχουν χωρίς λόγο. Και έλεγα επίσης κάτι για τα σύμβολα. Που παρά το έλλειμα ουσίας, είναι ένα τέτοιο απαραίτητο μέρος της πραγματικότητας μας, -στην ουσία την στοιχειοθετούν- και αν λείψουν, η στέρεη παρουσία μας, μετεωρίζεται.

Σύμβολα και συμβολισμοί υπάρχουν παντού. Από την πολιτική μέχρι τη μεταφυσική. Κι ένα σπασμένο παράθυρο ενός αστυνομικού τμήματος μπορεί να μην είναι μεγάλη από υλικής άποψης ζημιά, αλλά ο συμβολισμός δεν είναι τυχαίος. Παρ'όλ'αυτά, τον τελευταίο καιρό άρχισα να πιστεύω ότι τα σύμβολα και η πίστη στα ίδια ή στην ανατροπή τους, καταδυναστεύει. Αισθάνομαι λίγο περισσότερο ανελεύθερη και μακάρι να μπορούσα να μιλήσω λιγάκι πιο καθαρά, αλλά θα αρκεστώ σε μισόλογα και συμβολισμούς. Σε υποκατάστατα.

Στην αλλαγή του χρόνου και τηρώντας καλού κακού την τελετουργία των κινήσεων για μια καλή χρονιά, ένιωσα -ή έκανα πως ένιωσα- πως τα πράγματα θα είναι διαφορετικά . Πρέπει να είναι.

Κι αυτά που γράφω εδώ, αυτά που γράφω για μένα και για σας, υποθέτωντας οτι τα γράφω μόνο για μένα αλλά που είναι ψέμα και δεν θέλω να το παραδεχτώ, είναι αυτά που αγαπώ περισσότερο. Αυτά που είναι μόνο δικά μου, γιατί όλα τα άλλα, τα έχουμε όλοι από κοινού.

Καλή χρονιά παιδιά. Και καλά γραψίματα.